habiller
ντύνω
69 entrée(s)
ντύνω
ρούχο, ένδυμα
κάτοικος
κατοικία
κατοικώ
συνήθεια
συνηθισμένο
τσεκούρι
κουρέλι
μίσος
αναπνοή
λαχανιάζω
είσοδος, χώρος υποδοχής
στάση
στάση, διάλειμμα
χωριουδάκι
αρπάζω
εκφωνώ λόγο, απευθύνομαι σε πλήθος
παρενόχληση
παρενοχλώ
φασόλι
φυσαρμόνικα
αρμονία
εναρμονίζω
λουρί, εξάρτηση
άρπα
τύχη, σύμπτωση
βιάζομαι, επιταχύνω
σηκώνω, αυξάνω
ύψος, κορυφή
ύψος
διαμονή
ελικόπτερο
χορτάρι, βότανο
βλάστηση
συλλογή φυτών
κληρονομιά
κληρονομώ
ερμίνα (ζώο)
ήρωας
διστάζω
ώρα
χτυπώ, συγκρούομαι
χειμεριάζω
ανεβάζω (σημαία, πανό)
διήγηση, αφήγηση
ιστορία
χειμώνας
κουνώ (κεφάλι)
άντρας